Σε μια μικρή αλλά ιδιαίτερα ενθαρρυντική κλινική δοκιμή, 32 ασθενείς με καρκίνο του εντέρου που είχε συγκεκριμένο μοριακό προφίλ έλαβαν ανοσοθεραπεία πριν από το χειρουργείο. Μετά από 33 μήνες παρακολούθησης, κανένας δεν είχε εμφανίσει υποτροπή.
Τι έδειξε η δοκιμή
Η μελέτη NEOPRISM-CRC αφορούσε ασθενείς με καρκίνο σταδίου 2 ή 3 και όγκους με ανεπάρκεια επιδιόρθωσης αναντιστοιχιών (MMR-deficient) ή υψηλή μικροδορυφορική αστάθεια (MSI-high). Πρόκειται για έναν συγκεκριμένο γενετικό τύπο που αντιστοιχεί περίπου στο 10% έως 15% των περιστατικών σταδίων 2 και 3.
Οι συμμετέχοντες έλαβαν pembrolizumab για έως εννέα εβδομάδες, πριν από την επέμβαση, αντί για τη συνήθη προσέγγιση που περιλαμβάνει χειρουργείο και στη συνέχεια χημειοθεραπεία. Τα αρχικά αποτελέσματα έδειξαν ότι στο 59% των ασθενών δεν υπήρχαν ανιχνεύσιμα σημάδια νόσου μετά την ανοσοθεραπεία και την επέμβαση.
Το πιο σημαντικό εύρημα ήρθε με την παρακολούθηση. Στους 33 μήνες, κανένας από τους 32 ασθενείς δεν είχε υποτροπιάσει — ούτε εκείνοι στους οποίους δεν είχε απομείνει ανιχνεύσιμος όγκος ούτε εκείνοι με μικρά υπολείμματα νόσου. Στη δεύτερη ομάδα, τα υπολείμματα δεν αυξήθηκαν ούτε εξαπλώθηκαν κατά την περίοδο παρακολούθησης.
Γιατί έχει σημασία η ανοσοθεραπεία πριν από την επέμβαση
Το pembrolizumab μπλοκάρει το μονοπάτι PD-1, βοηθώντας τα Τ-κύτταρα να αναγνωρίσουν και να επιτεθούν στα καρκινικά κύτταρα. Όταν χορηγείται πριν από το χειρουργείο, το ανοσοποιητικό σύστημα μπορεί να «δει» τον όγκο ενώ βρίσκεται ακόμη στο σώμα, αντί να πρέπει να εντοπίσει μόνο μικροσκοπικά υπολείμματα μετά την αφαίρεσή του.
Η δοκιμή δεν αποδεικνύει ότι η ίδια στρατηγική λειτουργεί για κάθε καρκίνο του εντέρου. Οι όγκοι των συμμετεχόντων είχαν συγκεκριμένα μοριακά χαρακτηριστικά και το δείγμα ήταν μικρό. Χρειάζονται μεγαλύτερες, συγκριτικές μελέτες για να φανεί αν η προεγχειρητική ανοσοθεραπεία μπορεί να αντικαταστήσει με ασφάλεια τη μετεγχειρητική χημειοθεραπεία σε ευρύτερο πληθυσμό.
Το DNA στο αίμα ως εργαλείο επιλογής θεραπείας
Οι ερευνητές ανέλυσαν επίσης δείγματα αίματος, αναζητώντας εξατομικευμένα ίχνη DNA του όγκου. Η εξαφάνιση αυτού του κυκλοφορούντος DNA συνδεόταν στενά με την απουσία υπολειπόμενης νόσου, ενώ οι αλλαγές του αντανακλούσαν την ανταπόκριση στη θεραπεία.
Η προσέγγιση θα μπορούσε να βοηθήσει τους γιατρούς να ξεχωρίζουν νωρίτερα ποιοι ασθενείς ανταποκρίνονται καλά και ίσως χρειάζονται λιγότερη θεραπεία και ποιοι διατηρούν υψηλότερο κίνδυνο εξέλιξης ή υποτροπής. Προς το παρόν, όμως, πρόκειται για ερευνητικό εργαλείο και όχι για αυτόνομο τεστ που καθορίζει την κλινική αντιμετώπιση.
Τα αποτελέσματα, που παρουσιάστηκαν από ερευνητές του University College London και του University College London Hospitals, είναι ισχυρό σήμα για μια πιο στοχευμένη θεραπεία. Δεν αποτελούν ακόμη γενική θεραπευτική οδηγία: η αξία τους βρίσκεται στο ότι δείχνουν πώς η μοριακή ταυτοποίηση του όγκου και η στενή παρακολούθηση μπορούν να κάνουν την ανοσοθεραπεία πριν από το χειρουργείο πιο ακριβή και πιο προσωπική.