Τα φάρμακα GLP-1 έχουν συνδεθεί με σημαντικά καρδιαγγειακά οφέλη, όμως μια νέα μεγάλη μελέτη δείχνει ότι μέρος αυτής της προστασίας μπορεί να εξασθενεί όταν η αγωγή διακόπτεται. Η ανάλυση δεν αποδεικνύει ότι η διακοπή προκαλεί από μόνη της έμφραγμα ή εγκεφαλικό, αλλά καταγράφει μια σαφή συσχέτιση που κάνει τη συνέχεια της θεραπείας κρίσιμο ζήτημα για τους γιατρούς και τους ασθενείς.
Τι έδειξε η μελέτη
Ερευνητές της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Ουάσινγκτον στο Σεντ Λούις ανέλυσαν δεδομένα 333.687 βετεράνων των ΗΠΑ με διαβήτη τύπου 2, τους οποίους παρακολούθησαν για έως και τρία χρόνια. Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο BMJ Medicine και συνέκρινε τη χρήση αγωνιστών του υποδοχέα GLP-1 με τη θεραπεία με σουλφονυλουρίες, μια άλλη κατηγορία φαρμάκων για τον διαβήτη.
Στην ομάδα που έλαβε GLP-1 περιλαμβάνονταν φάρμακα όπως η σεμαγλουτίδη, που κυκλοφορεί ως Ozempic και Wegovy, και η τιρζεπατίδη, που κυκλοφορεί ως Mounjaro και Zepbound. Οι ερευνητές επανεκτιμούσαν την κατάσταση της θεραπείας ανά έξι μήνες και εξέτασαν μείζονα καρδιαγγειακά συμβάματα, δηλαδή έμφραγμα, εγκεφαλικό και θάνατο.
Η συνέχεια της αγωγής συνδέθηκε με χαμηλότερο κίνδυνο
Όσοι παρέμειναν στη θεραπεία GLP-1 και στα τρία χρόνια είχαν 18% χαμηλότερο κίνδυνο μείζονος καρδιαγγειακού συμβάματος σε σχέση με όσους έπαιρναν σουλφονυλουρίες. Η διαφορά αντιστοιχούσε περίπου σε τέσσερα λιγότερα συμβάματα ανά 100 άτομα σε διάστημα τριών ετών.
Το όφελος ήταν μικρότερο σε ανθρώπους που διέκοψαν νωρίτερα. Όσοι έμειναν στη θεραπεία για δύο ή δυόμισι χρόνια πριν σταματήσουν εμφάνισαν μείωση κινδύνου 7% και 15%, αντίστοιχα. Αντίθετα, σε όσους διέκοψαν πριν συμπληρώσουν 18 μήνες δεν καταγράφηκε σημαντική μείωση σε σύγκριση με την ομάδα των σουλφονυλουριών.
Τι συνέβη μετά τη διακοπή
Η διακοπή δεν ήταν σπάνια: το 26% των χρηστών GLP-1 σταμάτησε εντελώς την αγωγή, ενώ περίπου το 23% είχε κενό τουλάχιστον έξι μηνών και στη συνέχεια την ξανάρχισε. Η προσωρινή διακοπή φάνηκε να μειώνει το όφελος ακόμη και όταν ακολούθησε επανέναρξη.
Σε σχέση με τη συνεχή θεραπεία, ένα κενό έξι μηνών συνδέθηκε με αύξηση του καρδιαγγειακού κινδύνου κατά 4% έως 8%. Όσοι έμειναν χωρίς GLP-1 για έναν χρόνο είχαν 14% υψηλότερο κίνδυνο, ενώ μετά από δύο χρόνια η διαφορά έφτασε το 22%. Η επανέναρξη αποκατέστησε μέρος της προστασίας, όχι όμως ολόκληρο το όφελος που είχε καταγραφεί με αδιάλειπτη αγωγή.
Γιατί χρειάζεται προσοχή στην ερμηνεία
Η μελέτη είναι παρατηρησιακή και βασίζεται σε δεδομένα πραγματικής κλινικής πρακτικής. Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν μια μέθοδο «εξομοίωσης κλινικής δοκιμής», όμως οι ομάδες δεν κατανεμήθηκαν τυχαία. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να υπάρχουν διαφορές ανάμεσα σε εκείνους που συνέχισαν τη θεραπεία και σε εκείνους που τη διέκοψαν, οι οποίες επηρεάζουν τον κίνδυνο.
Επιπλέον, το δείγμα αφορούσε κυρίως βετεράνους με διαβήτη τύπου 2, επομένως τα αποτελέσματα δεν μεταφέρονται αυτόματα σε κάθε άνθρωπο που χρησιμοποιεί GLP-1 για παχυσαρκία ή για άλλη ένδειξη. Η σχέση ανάμεσα στη διακοπή και στα συμβάματα είναι ισχυρή στα δεδομένα, αλλά δεν αποτελεί απόδειξη ότι η διακοπή είναι η μοναδική αιτία.
Το πρακτικό μήνυμα
Το κόστος, οι παρενέργειες και οι ελλείψεις στην αγορά είναι μερικοί από τους λόγους για τους οποίους οι ασθενείς διακόπτουν τα GLP-1. Η μελέτη δείχνει ότι η συζήτηση δεν πρέπει να περιορίζεται στην πιθανή επαναπρόσληψη βάρους: η συνέχιση ή η αλλαγή της θεραπείας χρειάζεται εξατομικευμένο σχέδιο, παρακολούθηση και συνεννόηση με τον θεράποντα γιατρό.
Τα ευρήματα δεν είναι οδηγία να συνεχίσει ή να σταματήσει κάποιος ένα φάρμακο. Δείχνουν, όμως, ότι η διακοπή μιας αγωγής που επηρεάζει τον μεταβολικό και καρδιαγγειακό κίνδυνο δεν πρέπει να γίνεται χωρίς ιατρική αξιολόγηση και χωρίς εναλλακτικό σχέδιο παρακολούθησης.