Οι λέξεις που μέχρι πριν από λίγα χρόνια ακούγονταν σαν όροι του internet έχουν αρχίσει να περιγράφουν μια πολύ πραγματική καθημερινότητα. FOMO, doomscrolling, nomophobia, phantom vibration syndrome: διαφορετικά ονόματα για την ίδια βαθύτερη συνθήκη, δηλαδή μια σχέση με το κινητό που συχνά ξεφεύγει από τη συνειδητή χρήση και περνά στην αυτόματη αντίδραση.
Το πρόσφατο δημοσίευμα του ΟΤ, βασισμένο σε διαθέσιμα ερευνητικά ευρήματα και στη δημόσια συζήτηση που έχει ανοίξει διεθνώς, ξεχωρίζει κάτι ουσιαστικό: δεν είναι όλα αυτά επίσημες ιατρικές διαγνώσεις, αλλά ούτε και αμελητέες συνήθειες. Είναι συμπεριφορές που μελετώνται όλο και πιο συστηματικά, ειδικά όταν επηρεάζουν ύπνο, διάθεση, σχολική ή επαγγελματική λειτουργία και διαπροσωπικές σχέσεις.
Δεν είναι όλα διάγνωση, αλλά όλα κάτι δείχνουν
Η πιο καθαρή θεσμική γραμμή στο θέμα παραμένει η διαταραχή παιχνιδιού. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας την έχει αναγνωρίσει στο ICD-11 ως κατάσταση που συνδέεται με απώλεια ελέγχου, προτεραιότητα του gaming έναντι άλλων δραστηριοτήτων και συνέχιση της συμπεριφοράς παρά τις αρνητικές συνέπειες, όταν υπάρχει σημαντικός αντίκτυπος για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Αντίθετα, ο εθισμός στα social media, το doomscrolling ή η nomophobia δεν αποτελούν σήμερα αυτόνομες επίσημες διαγνώσεις με τον ίδιο τρόπο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν ως μελετημένα φαινόμενα. Η ουσία, όπως αναδεικνύει και το δημοσίευμα, βρίσκεται λιγότερο στην ταμπέλα και περισσότερο στον βαθμό ελέγχου που χάνει ο χρήστης και στο κόστος που αυτό έχει στην καθημερινή ζωή.
Τι δείχνουν τα στοιχεία για εφήβους και χρήση social media
Ένα από τα πιο ισχυρά στοιχεία που παραθέτει το ρεπορτάζ προέρχεται από τη μεγάλη ευρωπαϊκή έρευνα HBSC του ΠΟΥ. Σε σχεδόν 280.000 νέους ηλικίας 11, 13 και 15 ετών σε 44 χώρες και περιοχές, το 11% εμφάνισε σημάδια προβληματικής χρήσης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, έναντι 7% το 2018.
Στην ίδια έρευνα, το ποσοστό φτάνει το 13% στα κορίτσια και το 9% στα αγόρια. Αυτό δεν αρκεί από μόνο του για να βαφτίσει μια γενιά «εθισμένη», αρκεί όμως για να εξηγήσει γιατί σχολεία, γονείς και ειδικοί ψυχικής υγείας αντιμετωπίζουν πλέον το θέμα ως ζήτημα συμπεριφοράς και όχι απλώς ως μια αθώα τεχνολογική μόδα.
FOMO, doomscrolling και η οικονομία της προσοχής
Το FOMO, ο φόβος μήπως χάνουμε κάτι σημαντικό, είναι ίσως η πιο οικεία περιγραφή της μόνιμης ανάγκης να ελέγχουμε WhatsApp, Instagram, TikTok, ειδήσεις και συνομιλίες χωρίς ουσιαστικό λόγο. Δεν είναι ψυχιατρική διάγνωση, αλλά αποτελεί ψυχολογικό φαινόμενο που μελετάται στενά σε σχέση με την προβληματική χρήση του διαδικτύου και των social media.
Σύμφωνα με μελέτη του 2024 που επικαλείται το άρθρο, η σχέση ανάμεσα στο FOMO, την προβληματική χρήση των social media και το doomscrolling περνά σε σημαντικό βαθμό από τη ρύθμιση των συναισθημάτων. Όσο περισσότερο κάποιος χρησιμοποιεί το κινητό για να διαχειριστεί άγχος, βαρεμάρα ή δυσάρεστα συναισθήματα, τόσο πιο εύκολα μπαίνει σε κύκλο συνεχούς ελέγχου και κατανάλωσης περιεχομένου.
Το doomscrolling είναι η πιο χαρακτηριστική έκφραση αυτού του κύκλου: ατελείωτο σκρολάρισμα σε αρνητικές ειδήσεις, κρίσεις, ατυχήματα, πολέμους και καταστροφές με την ψευδαίσθηση ότι η επιπλέον πληροφορία θα μειώσει την ανησυχία. Στην πράξη, το αποτέλεσμα συχνά είναι το αντίθετο, αφού η ανησυχία τροφοδοτεί περισσότερη αναζήτηση και η περισσότερη αναζήτηση τροφοδοτεί μεγαλύτερη ανησυχία.
Nomophobia, φανταστικές δονήσεις και ύπνος
Η nomophobia, από το no mobile phone phobia, περιγράφει τη δυσφορία ή το άγχος που προκαλεί η απουσία smartphone, η απώλεια σύνδεσης ή η αδυναμία πρόσβασης σε πληροφορίες και ψηφιακές σχέσεις. Και εδώ το ρεπορτάζ είναι σαφές: δεν μιλάμε για επίσημη αυτόνομη διάγνωση, αλλά για φαινόμενο που ερευνάται όλο και πιο συστηματικά.
Μια μελέτη του 2026 που αναφέρεται στο δημοσίευμα εξέτασε μαζί nomophobia, εθισμό στα social media και FOMO, εντοπίζοντας τον φόβο απώλειας πληροφοριών ως έναν από τους βασικούς συνδετικούς κρίκους με συμπτώματα άγχους και κατάθλιψης. Στην ίδια λογική εντάσσεται και το phantom vibration syndrome, όταν κάποιος είναι βέβαιος ότι το κινητό δονήθηκε ή ειδοποίησε ενώ δεν συνέβη τίποτα.
Ιδιαίτερα κρίσιμο είναι και το κομμάτι του ύπνου. Ο Αμερικανικός Σύλλογος Ψυχολόγων έχει επισημάνει ότι η χρήση τεχνολογίας κοντά στην ώρα του ύπνου, ειδικά των social media, συνδέεται με διαταραχές ύπνου στους εφήβους, ενώ διαχρονική μελέτη του 2025 που επικαλείται το άρθρο βρήκε συσχέτιση ανάμεσα στην προβληματική χρήση social media και μεταγενέστερα συμπτώματα άγχους και κατάθλιψης, με τα προβλήματα ύπνου να παίζουν μερικό ρόλο σε αυτή τη σχέση.
Γιατί το θέμα αφορά άμεσα και την Ελλάδα
Στην ελληνική καθημερινότητα, το ζήτημα δεν περιορίζεται πια στην κλασική οικογενειακή γκρίνια για «πολλή ώρα στην οθόνη». Αφορά σχολεία που προσπαθούν να βρουν όρια στη χρήση κινητών, γονείς που βλέπουν τα παιδιά να κοιμούνται και να ξυπνούν με μια οθόνη στο χέρι, αλλά και ενήλικες εργαζόμενους που ζουν σε διαρκή κατάσταση ειδοποίησης.
Αφορά επίσης media, εφαρμογές, e-shops και brands που έχουν μάθει να μετρούν την επιτυχία με clicks, notifications, retention και χρόνο οθόνης. Αν η δημόσια συζήτηση γύρω από το digital wellbeing δυναμώσει και στην Ελλάδα, η πίεση δεν θα πέσει μόνο στους χρήστες για περισσότερη αυτοπειθαρχία. Θα πέσει και στις ίδιες τις πλατφόρμες και στις εταιρείες να αποδείξουν ότι η ανάπτυξη δεν χρειάζεται να περνά αποκλειστικά από τη μηχανική της εξάρτησης.
Το βασικό ερώτημα, τελικά, δεν είναι αν κάθε έντονη χρήση κινητού είναι «εθισμός». Είναι αν μπορούμε να σταματήσουμε όταν θέλουμε και τι αρχίζει να υποχωρεί όταν δεν μπορούμε: ο ύπνος, η προσοχή, η ψυχική ηρεμία, η κίνηση, οι σχέσεις, η σχολική επίδοση ή η πραγματική ζωή έξω από την οθόνη.