Η ευρωπαϊκή τεχνολογία δεν φαίνεται να υποφέρει από έλλειψη ιδεών. Το πραγματικό κενό, όπως περιγράφεται στη συζήτηση που μεταφέρει ο ΟΤ από τις τοποθετήσεις του Hermann Hauser, ανοίγει όταν μια πολλά υποσχόμενη startup πρέπει να περάσει από την καλή αρχή στη διεθνή κλίμακα.
Για την Ελλάδα, αυτό αγγίζει μια γνωστή αδυναμία. Υπάρχουν ομάδες με τεχνική επάρκεια, ερευνητικά κέντρα, νέες εταιρείες και ενδιαφέρον για την AI, αλλά η μετάβαση προς μεγαλύτερους γύρους χρηματοδότησης, έμπειρη διοίκηση και εξωστρεφή ανάπτυξη παραμένει το πιο δύσκολο βήμα.
Το πρόβλημα δεν είναι οι startups αλλά το scale-up
Σύμφωνα με το δημοσίευμα του ΟΤ, ο συνιδρυτής της Arm υποστηρίζει ότι η Ευρώπη δεν έχει πρόβλημα δημιουργίας startups. Αντίθετα, το βασικό της έλλειμμα βρίσκεται στην ικανότητα να μεγαλώνει αυτές τις εταιρείες όταν φτάνουν στο σημείο όπου χρειάζονται πολύ μεγαλύτερα κεφάλαια, ανώτερα στελέχη και χρηματιστηριακή διέξοδο.
Ο Hauser συνδέει αυτή την αδυναμία με τη δημιουργία του Scaleup Europe Fund από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Καινοτομίας, στο οποίο συμμετέχει. Το σχήμα που περιγράφεται στο άρθρο προβλέπει αρχική τοποθέτηση 1 δισ. ευρώ σε ταμείο 5 δισ. ευρώ, με το 80% των κεφαλαίων να προέρχεται από την αγορά και με διαχειριστή την EQT.
Για μια ελληνική ανάγνωση, η σημασία είναι άμεση. Η συζήτηση δεν αφορά μόνο το πόσες startups ιδρύονται, αλλά το αν υπάρχει δρόμος για να φτάσουν από το πρώτο προϊόν και τα πρώτα έσοδα σε αποτίμηση, εξαγωγές και οργανωτική κλίμακα που να αντέχει διεθνή ανταγωνισμό.
Γιατί οι εταιρείες φεύγουν προς τις ΗΠΑ
Το πιο ηχηρό σημείο του άρθρου είναι η παραδοχή ότι από τις δώδεκα εταιρείες-μονόκερους με τις οποίες έχει εμπλακεί ο Hauser, καθεμία κατέληξε στις ΗΠΑ. Η διαπίστωση αυτή συνοψίζει το ευρωπαϊκό πρόβλημα καλύτερα από κάθε θεωρία: η αξία συχνά γεννιέται στην Ευρώπη, αλλά ωριμάζει αλλού.
Ο ίδιος εντοπίζει δύο βασικούς λόγους. Ο πρώτος είναι η διαθεσιμότητα μεγάλων κεφαλαίων και μιας αγοράς που μπορεί να στηρίξει το άλμα από τα 100 εκατ. στο 1 δισ. δολάρια. Ο δεύτερος είναι η πρόσβαση σε στελέχη που έχουν ήδη διοικήσει επιχειρήσεις τεράστιας κλίμακας σε ομίλους όπως η Google, η Meta ή η Apple.
Εκεί, κατά τον Hauser, η Silicon Valley έχει καθαρό πλεονέκτημα. Μια scale-up μπορεί να φέρει γρήγορα έναν μάνατζερ με εμπειρία σε δραστηριότητες δισεκατομμυρίων, ενώ στην Ευρώπη οι μεγάλες περίοδοι προειδοποίησης και τα λιγότερο ευέλικτα πακέτα μετοχικών δικαιωμάτων συχνά καθυστερούν ή ακυρώνουν την ευκαιρία.
Η ελληνική πρόκληση πίσω από τη θεωρία
Για την Ελλάδα, η παραπάνω συζήτηση έχει πρακτική αξία και όχι μόνο συμβολική. Το ζητούμενο δεν είναι απλώς να εμφανίζονται περισσότερα νέα σχήματα ή να ανακοινώνονται προγράμματα ενίσχυσης, αλλά να χτιστεί ένα περιβάλλον όπου μια εταιρεία μπορεί να κρατήσει την έδρα, τη διοίκηση και το μεγαλύτερο μέρος της αξίας της καθώς μεγαλώνει.
Αυτό σημαίνει περισσότερα growth κεφάλαια, πιο ισχυρές γέφυρες με διεθνείς πελάτες, προσέλκυση στελεχών με εμπειρία σε scale-up φάση και μεγαλύτερη αντοχή απέναντι στο επιχειρηματικό ρίσκο. Σημαίνει επίσης ότι η επιτυχία δεν μπορεί να μετριέται μόνο με τον αριθμό των νέων εταιρειών, αλλά με το πόσες καταφέρνουν να ξεφύγουν από τη λογική της μικρής αγοράς.
Η αναφορά του Hauser σε ένα πιθανό «ευρωπαϊκό Nasdaq» δείχνει και κάτι ακόμα: χωρίς βαθύτερη κεφαλαιαγορά, οι ευρωπαϊκές εταιρείες θα συνεχίσουν να βλέπουν ως σχεδόν αυτονόητη λύση τη μετακίνηση προς τις ΗΠΑ όταν έρθει η ώρα της μεγάλης κλιμάκωσης.
Η AI ως ευκαιρία αλλά όχι ως αυτόματη λύση
Ο Hauser παρουσιάζει την AI ως τεχνολογία που μπορεί να απλωθεί σε ολόκληρη την οικονομία, συγκρίνοντάς τη με τον ηλεκτρισμό στη βιομηχανική επανάσταση. Στο άρθρο σημειώνεται επίσης ότι ήδη διακρίνει ισχυρή αύξηση παραγωγικότητας στη συγγραφή κώδικα και στις σχέσεις με πελάτες.
Ταυτόχρονα, δεν περιγράφει μια ευθεία πορεία χωρίς κραδασμούς. Αναγνωρίζει ότι ο κλάδος μπορεί να περάσει έντονες διορθώσεις, παρομοιάζοντας τη διαδρομή με «τρενάκι του λούνα παρκ», αλλά εκτιμά ότι οι ισχυρότερες εταιρείες AI δεν θα καταρρεύσουν εύκολα. Ο ΟΤ καταγράφει ειδικά την εκτίμησή του ότι OpenAI και Anthropic διαθέτουν αρκετά ταμειακά αποθέματα για να αντέξουν μια περίοδο αναταράξεων.
Για την ελληνική αγορά, αυτό μεταφράζεται σε ένα καθαρό μήνυμα. Η AI μπορεί να ανοίξει νέο παράθυρο ευκαιρίας μόνο αν συνδυαστεί με σοβαρή δυνατότητα κλιμάκωσης. Αν δεν υπάρξουν κεφάλαια ανάπτυξης, διοικητικά στελέχη με διεθνή εμπειρία και φιλοδοξία για μεγάλες αγορές, η χώρα κινδυνεύει να μείνει ξανά στη φάση της καλής εκκίνησης αντί να περάσει στη φάση της διατηρήσιμης ανάπτυξης.