Η Ευρώπη επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από τις αμερικανικές υποδομές στο Διάστημα, καθώς οι γεωπολιτικές εντάσεις μετατρέπουν τις εκτοξεύσεις, τις δορυφορικές επικοινωνίες και την πρόσβαση σε τροχιά σε ζήτημα ασφάλειας. Η προσπάθεια δεν αφορά μόνο την ESA: συμμετέχουν η Ευρωπαϊκή Ένωση, εθνικές κυβερνήσεις και μια νέα γενιά ιδιωτικών εταιρειών.
Η εξάρτηση έγινε στρατηγικό ρίσκο
Η Ευρώπη εξακολουθεί να βασίζεται στη NASA και σε εταιρείες όπως η SpaceX για την αποστολή ορισμένων αστροναυτών και δορυφόρων. Η ανισορροπία αποτυπώνεται και στη χρηματοδότηση: από τα 13,5 δισ. δολάρια που επενδύθηκαν παγκοσμίως σε διαστημικές εταιρείες την περασμένη χρονιά, μόλις το 12% κατευθύνθηκε σε ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, έναντι 68% σε αμερικανικούς οργανισμούς.
Η συζήτηση πήρε νέα ένταση μετά την αναφερόμενη αποθάρρυνση αμερικανικών εταιρειών, μεταξύ άλλων της SpaceX και της Blue Origin, να συμμετάσχουν στη διαστημική σύνοδο του Παρισιού. Στη σύνοδο, ο Εμανουέλ Μακρόν ζήτησε η Ευρώπη να αποκτήσει τη δυνατότητα να στέλνει αυτόνομα δικά της πληρώματα στο Διάστημα. Παράλληλα, η NASA ανακοίνωσε ότι δεν θα προμηθεύσει πλέον ένα όργανο για την ευρωπαϊκή αποστολή EnVision προς την Αφροδίτη, η οποία προγραμματίζεται για το 2031.
Οι εκτοξεύσεις και το IRIS²
Το πιο απτό βήμα είναι η ενίσχυση της ευρωπαϊκής ικανότητας εκτόξευσης. Οι Ariane και Vega παραμένουν ευρωπαϊκά συστήματα, όμως η ήπειρος δεν έχει ακόμη ιδιωτικό οικοσύστημα πυραύλων αντίστοιχο με εκείνο των Ηνωμένων Πολιτειών. Στις 5 Σεπτεμβρίου, η γερμανική Isar Aerospace εκτόξευσε από το Andøya της Νορβηγίας τον πρώτο εμπορικό πύραυλο που έφτασε σε τροχιά από ευρωπαϊκό έδαφος.
Η εξέλιξη έχει συμβολική και πρακτική αξία. Νέες εταιρείες αναπτύσσουν επαναχρησιμοποιούμενους πυραύλους και οχήματα βαρέων φορτίων, ώστε η Ευρώπη να μπορεί να τοποθετεί δορυφόρους σε τροχιά συχνότερα και με μεγαλύτερο έλεγχο του χρονοδιαγράμματος. Ο στόχος δεν είναι απαραίτητα να ανταγωνιστεί άμεσα τις ΗΠΑ και την Κίνα σε κάθε μέτωπο, αλλά να διαθέτει τις κρίσιμες υποδομές που χρειάζεται χωρίς να εξαρτάται από έναν εξωτερικό πάροχο.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται το IRIS², η ευρωπαϊκή εναλλακτική στο Starlink. Η συστοιχία των 348 δορυφόρων αναμένεται να αρχίσει να εκτοξεύεται το 2029 και θα προσφέρει συνδεσιμότητα σε πολίτες, επιχειρήσεις, υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης και στρατιωτικούς χρήστες. Αν υλοποιηθεί όπως έχει σχεδιαστεί, θα δώσει στην Ευρώπη έναν τρόπο να παραμένει συνδεδεμένη χωρίς να στηρίζεται αποκλειστικά στο δίκτυο της SpaceX.
Περισσότερα χρήματα, δύσκολες επιλογές
Η αυτονομία απαιτεί και επενδύσεις. Η Γερμανία σχεδιάζει να διαθέσει 35 δισ. ευρώ έως το 2030 για κατασκοπευτικούς δορυφόρους, διαστημικά αεροσκάφη και άλλον στρατιωτικό εξοπλισμό. Στον ιδιωτικό τομέα, η Exploration Company, με έδρα τη Γερμανία, ανακοίνωσε χρηματοδότηση 450 εκατ. δολαρίων για την ανάπτυξη του σκάφους Nyx, αρχικά για φορτία και αργότερα για ανθρώπινες αποστολές.
Το ζητούμενο για την ευρωπαϊκή βιομηχανία είναι να μετατρέψει αυτές τις επενδύσεις σε σταθερή παραγωγική ικανότητα, θέσεις εργασίας και ανταγωνιστικές εταιρείες. Αυτό αφορά ολόκληρη την αλυσίδα — από αισθητήρες και λογισμικό μέχρι εκτοξεύσεις και ασφαλείς επικοινωνίες — και δημιουργεί χώρο για συμμετοχή μικρότερων επιχειρήσεων και ερευνητικών ομάδων από κράτη-μέλη, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας.
Η Ευρώπη δεν ξεκινά από το μηδέν, αλλά το παράθυρο ευκαιρίας δεν θα μείνει ανοιχτό για πάντα. Οι επενδύσεις, οι δημόσιες προμήθειες και η συνεργασία ESA–ΕΕ πρέπει να αποκτήσουν συνέχεια, ώστε η σημερινή γεωπολιτική πίεση να γίνει μόνιμη ικανότητα και όχι μια σύντομη αντίδραση στην αβεβαιότητα.