Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας έβαλε τέλος στη διεκδίκηση για επαναφορά των επιδομάτων εορτών και αδείας στους δημοσίους υπαλλήλους, κρίνοντας με την απόφαση 1201/2026 ότι η επιλογή του νομοθέτη να μην τα επαναφέρει δεν παραβιάζει ούτε το Σύνταγμα ούτε το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η υπόθεση έφτασε στο ανώτατο δικαστήριο μέσω πρότυπης δίκης, έπειτα από αγωγή δημοσίου υπαλλήλου στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών. Ο ενάγων ζητούσε δύο επιπλέον βασικούς μισθούς για κάθε έτος για την περίοδο από 1η Ιανουαρίου 2023 έως 31 Δεκεμβρίου 2024, ενώ υπέρ του είχε παρέμβει η ΑΔΕΔΥ.
Στο σκεπτικό του, το ΣτΕ έκρινε ότι η Οδηγία 2022/2041 για τους επαρκείς κατώτατους μισθούς μπορούσε να εξεταστεί μόνο για το διάστημα μετά τις 15 Νοεμβρίου 2024, όταν έληξε η προθεσμία ενσωμάτωσής της στο εθνικό δίκαιο. Παράλληλα επικαλέστηκε την απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 11ης Νοεμβρίου 2025 στην υπόθεση C-19/23, σύμφωνα με την οποία η ρύθμιση των αποδοχών και ο καθορισμός του κατώτατου μισθού παραμένουν στην αρμοδιότητα των κρατών-μελών.
Το δικαστήριο συνεκτίμησε ακόμη τα δημοσιονομικά δεδομένα της χώρας, το ισχύον μισθολογικό πλαίσιο για το Δημόσιο και το επιχείρημα ότι δεν αποδείχθηκε κίνδυνος για την αξιοπρεπή διαβίωση των δημοσίων υπαλλήλων από τη μη καταβολή των επιδομάτων. Με αυτά τα δεδομένα απέρριψε την αγωγή, κλείνοντας οριστικά ένα ζήτημα που απασχολούσε για χρόνια τη δημόσια διοίκηση και τους εργαζομένους της.