Η τεχνητή νοημοσύνη έχει ήδη περάσει στην καθημερινότητα πολλών ελληνικών επιχειρήσεων, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η αγορά προχωρά με τον ίδιο ρυθμό σε όλα τα επίπεδα. Τα στοιχεία που επικαλείται ο ΟΤ από μελέτη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας δείχνουν μια εικόνα με δύο ταχύτητες: από τη μία επιχειρήσεις που ήδη δοκιμάζουν ή επενδύουν, και από την άλλη μικρότερα σχήματα που δυσκολεύονται να ακολουθήσουν.
Η βασική διαπίστωση είναι ότι η χρήση AI στην Ελλάδα δεν είναι περιθωριακή. Το κρίσιμο όμως δεν είναι μόνο πόσοι τη χρησιμοποιούν, αλλά ποιοι έχουν τα κεφάλαια, τις δεξιότητες και την οργανωτική ετοιμότητα για να τη μετατρέψουν σε παραγωγικό αποτέλεσμα.
Πού βρίσκονται σήμερα οι ελληνικές επιχειρήσεις
Σύμφωνα με τη μελέτη «Εφαρμογή και επενδύσεις στην ΑΙ στην Ευρωζώνη», που βασίστηκε σε απαντήσεις περίπου 6.000 εταιρειών από 12 χώρες της Ευρωζώνης τον Ιούνιο και τον Δεκέμβριο του 2025, το 70% των ελληνικών επιχειρήσεων δήλωσε ότι είχε χρησιμοποιήσει έστω και σποραδικά τεχνητή νοημοσύνη στη λειτουργία του.
Από αυτό το σύνολο, το 12% ανέφερε σημαντική χρήση, ποσοστό υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης που ήταν 7%. Άλλο 29% δήλωσε μέτρια χρήση και 29% σποραδική χρήση, στοιχείο που δείχνει ότι η ελληνική αγορά έχει ήδη περάσει από τη θεωρία σε μια πρώτη φάση πρακτικής δοκιμής.
Η εικόνα γίνεται πιο ενδιαφέρουσα όταν δει κανείς το μέγεθος των εταιρειών. Στις μεσαίες και μεγάλες ελληνικές βιομηχανικές επιχειρήσεις, δηλαδή σε όσες απασχολούν πάνω από 50 εργαζόμενους, δύο στις τρεις είχαν επενδύσει σε τεχνολογίες AI έως τον Ιούνιο του 2025. Αντίθετα, στις μικρότερες βιομηχανικές επιχειρήσεις η χρήση περιοριζόταν μόλις στο 18%, κάτι που αποτυπώνει καθαρά το χάσμα δυνατοτήτων.
Η ανισορροπία πίσω από το εντυπωσιακό 70%
Το πιο χρήσιμο συμπέρασμα για την ελληνική αγορά είναι ότι ένα υψηλό συνολικό ποσοστό χρήσης δεν σημαίνει ίδια ωριμότητα σε όλους τους κλάδους και σε όλα τα μεγέθη επιχειρήσεων. Στις υπηρεσίες, μάλιστα, εμφανίζεται μια ενδιαφέρουσα εξαίρεση: οι μικρότερες ελληνικές εταιρείες είχαν επενδύσει στην AI σε ποσοστό 22%, έναντι 11% των μεγαλύτερων. Παρ' όλα αυτά, συνολικά οι ελληνικές υπηρεσίες παραμένουν χαμηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.
Στο εμπόριο, πάνω από το 40% των μεσαίων και μεγάλων ελληνικών επιχειρήσεων είχε επενδύσει σε μορφές AI, λίγο πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Στις μικρότερες εμπορικές εταιρείες όμως το αντίστοιχο ποσοστό ήταν μόλις 7%, κάτι που δείχνει ότι η τεχνολογία δεν απλώνεται ακόμη ομοιόμορφα στον πυρήνα της ελληνικής αγοράς.
Παρόμοια είναι η εικόνα και στις κατασκευές, όπου οι επενδύσεις σε AI κινούνται χαμηλότερα: 17% για μεσαίες και μεγάλες εταιρείες και 12% για τις μικρότερες. Αυτό σημαίνει ότι η πραγματική πρόκληση για την Ελλάδα δεν είναι απλώς να αυξήσει τη χρήση της AI, αλλά να μειώσει το χάσμα ανάμεσα σε εταιρείες που μπορούν να επενδύσουν συστηματικά και σε εκείνες που κινούνται αποσπασματικά.
Γιατί επενδύουν και τι σημαίνει για την επόμενη χρονιά
Στην Ελλάδα, όπως και σε άλλες χώρες της Ευρωζώνης, οι βασικοί λόγοι χρήσης της AI συνδέονται κυρίως με τη βελτίωση της βασικής επιχειρηματικής διαδικασίας και των συμπληρωματικών λειτουργιών, όπως η διοικητική οργάνωση και η διαχείριση εφοδιαστικής αλυσίδας. Λιγότερο σημαντικά εμφανίζονται προς το παρόν η μείωση του κόστους εργασίας, η υποστήριξη της έρευνας και ανάπτυξης και η επέκταση του χαρτοφυλακίου προϊόντων ή υπηρεσιών.
Η μελέτη δείχνει επίσης ότι σχεδόν το 10% των συνολικών επενδύσεων των ελληνικών επιχειρήσεων στο επόμενο 12μηνο αναμενόταν να κατευθυνθεί στην AI, έναντι 9% στην Ευρωζώνη συνολικά. Αυτό δεν αποδεικνύει από μόνο του ώριμη στρατηγική, δείχνει όμως ότι η AI αντιμετωπίζεται πλέον ως κανονική γραμμή προϋπολογισμού και όχι ως πείραμα στο περιθώριο.
Την ίδια ώρα, οι βασικοί λόγοι αποχής από την AI στην Ευρωζώνη φωτίζουν και το ελληνικό πρόβλημα κλίμακας: έλλειψη δεξιοτήτων, ανησυχίες για το απόρρητο και ηθικά ζητήματα, αλλά και δυσπιστία απέναντι στα αποτελέσματα. Για την ελληνική αγορά αυτό μεταφράζεται σε ευκαιρία για παρόχους λογισμικού, συμβουλευτικής και κατάρτισης, αλλά και σε πίεση προς τις μικρότερες επιχειρήσεις να αποκτήσουν πιο πρακτική πρόσβαση σε εργαλεία και ανθρώπους που μπορούν να τα υλοποιήσουν.