Η OpenAI, η εταιρεία πίσω από το ChatGPT, βρίσκεται σε προχωρημένες συνομιλίες με την κυβέρνηση Τραμπ για την παραχώρηση ενός ποσοστού 5% των μετοχών της στο αμερικανικό δημόσιο, σύμφωνα με αποκλειστικές πληροφορίες των Financial Times.
Η πρόταση, η οποία βρίσκεται ακόμα σε «πρώιμο στάδιο» σύμφωνα με πηγές προσκείμενες στις διαπραγματεύσεις, προωθείται προσωπικά από τον διευθύνοντα σύμβουλο της OpenAI, Σαμ Άλτμαν. Ο Άλτμαν υποστηρίζει ότι η παραχώρηση ενός μεριδίου της εταιρείας στο κοινό αποτελεί τον καλύτερο τρόπο για να μοιραστούν τα οφέλη της τεχνητής νοημοσύνης με την αμερικανική κοινωνία.
Ο πρώην πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ φέρεται να βλέπει θετικά την ιδέα, ενώ η κυβέρνησή του έχει προσεγγίσει και άλλες εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης, συμπεριλαμβανομένων των Google και Meta, για ανάλογες συζητήσεις. Ωστόσο, καμία από τις δύο εταιρείες δεν έχει δείξει διάθεση να ακολουθήσει το παράδειγμα της OpenAI, με τη Meta να μην έχει καν συμφωνήσει οικειοθελώς να παραδώσει τα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης της για ελέγχους ασφαλείας.
Η κίνηση της OpenAI έρχεται σε μια περίοδο έντονης δημόσιας δυσπιστίας απέναντι στην τεχνητή νοημοσύνη. Δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι το 70% των Αμερικανών αντιτίθενται στην κατασκευή κέντρων δεδομένων AI στην περιοχή τους, ενώ οι μισοί πολίτες δηλώνουν περισσότερο ανήσυχοι παρά ενθουσιασμένοι για την πρόοδο της τεχνολογίας. Το Axios έχει χαρακτηρίσει το φαινόμενο ως «κύμα μίσους» προς την τεχνητή νοημοσύνη.
Για να αντιμετωπίσει αυτό το αρνητικό κλίμα, η OpenAI έχει προτείνει τη δημιουργία ενός αμερικανικού ταμείου εθνικού πλούτου, ανάλογου με το Ταμείο Μόνιμων Αποθεμάτων της Αλάσκας. Το ταμείο αυτό θα επενδύει το μερίδιό της OpenAI «σε μετοχές και θα καταβάλλει μερίσματα στην πολιτειακή κυβέρνηση και τους κατοίκους», όπως μεταδίδουν οι Financial Times.
Η ιδέα ενός «ταμείου πλούτου από την τεχνητή νοημοσύνη» είχε παρουσιαστεί για πρώτη φορά από την OpenAI την άνοιξη, με βασικό επιχείρημα ότι πρέπει να δοθεί σε κάθε πολίτη ένα «διαρκές μερίδιο στα συστήματα που δημιουργούν αξία». Το όραμα αυτό προϋποθέτει νέες προσεγγίσεις που θα εξασφαλίζουν ότι η κοινωνία στο σύνολό της επωφελείται από την πρόοδο της τεχνητής νοημοσύνης.
Οι συνομιλίες της OpenAI με την κυβέρνηση διεξάγονται μέσω κορυφαίων αξιωματούχων, όπως ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ και ο υπουργός Εμπορίου Χάουαρντ Λούτνικ. Παράλληλα, η εταιρεία έχει έρθει σε επαφή και με τον γερουσιαστή Μπέρνι Σάντερς, ο οποίος όμως έχει εκφράσει έντονη δυσαρέσκεια για το προτεινόμενο ποσοστό.
Ο Σάντερς έχει παρουσιάσει τη δική του νομοθετική πρόταση, η οποία προβλέπει την επιβολή εφάπαξ φόρου 50% στις μετοχές των κορυφαίων εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης. Ο εκτιμώμενος φόρος θα απέφερε περίπου 7 τρισεκατομμύρια δολάρια, τα οποία θα μπορούσαν να διατεθούν είτε ως άμεσες πληρωμές στους Αμερικανούς πολίτες είτε να επενδυθούν σε προγράμματα υγείας, παιδείας και στέγασης.
«Το κοινό πρέπει να έχει μια σημαντική θέση στο τραπέζι για να διασφαλιστεί ότι τρομερά πράγματα δεν θα συμβούν στους απλούς ανθρώπους και ότι, στην πραγματικότητα, η τεχνητή νοημοσύνη θα ωφελήσει τους απλούς ανθρώπους, όχι θα τους βλάψει», δήλωσε ο Σάντερς.
Η πρόταση της OpenAI για παραχώρηση ενός ποσοστού 5% στο αμερικανικό δημόσιο θεωρείται πολύ χαμηλή σε σύγκριση με τα σχέδια Σάντερς. Ο γερουσιαστής έχει καταστήσει σαφές ότι οι δύο πλευρές παραμένουν «πολύ μακριά» όσον αφορά το ποσοστό που θα πρέπει να κατέχει το αμερικανικό κοινό στην εταιρεία.
Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί μια σημαντική στροφή στις σχέσεις μεταξύ των εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης και της κυβέρνησης, καθώς η OpenAI φαίνεται διατεθειμένη να παραχωρήσει μέρος του ελέγχου της για να εξασφαλίσει ευρύτερη κοινωνική αποδοχή και ρυθμιστική σταθερότητα.