Οι Έλληνες CEOs φαίνεται πως έχουν αφήσει πίσω το στάδιο της απλής δοκιμής της τεχνητής νοημοσύνης, αλλά δεν έχουν περάσει ακόμη μαζικά στο στάδιο όπου η AI αλλάζει το ίδιο το επιχειρηματικό μοντέλο. Το βασικό μήνυμα από το «CEO Business Barometer 2026» της Deloitte, όπως παρουσιάστηκε από τον ΟΤ, είναι ότι η αγορά χρησιμοποιεί κυρίως την τεχνολογία για να βελτιώσει εσωτερικές λειτουργίες, να μειώσει κόστος και να ενισχύσει την παραγωγικότητα.
Η AI ανεβαίνει στην ατζέντα, αλλά με αμυντική λογική
Η βελτιστοποίηση κόστους και αποδοτικότητας αναδείχθηκε ως η κορυφαία στρατηγική προτεραιότητα των CEOs, ενώ η ενσωμάτωση της τεχνητής νοημοσύνης ακολουθεί αμέσως μετά. Αυτό δείχνει ότι η AI δεν αντιμετωπίζεται ακόμη πρωτίστως ως εργαλείο για νέα έσοδα ή για είσοδο σε νέες αγορές, αλλά ως μοχλός που βοηθά τις επιχειρήσεις να λειτουργούν πιο αποδοτικά με τους υπάρχοντες πόρους τους.
Η εικόνα αυτή είναι εύλογη για μια αγορά όπως η ελληνική, όπου πολλές εταιρείες κινούνται πιο προσεκτικά στις τεχνολογικές επενδύσεις. Το πρόβλημα είναι ότι η «ασφαλής» χρήση της AI στο back office δεν αρκεί για να δημιουργήσει από μόνη της ισχυρό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, ειδικά σε κλάδους όπως ο τουρισμός, το λιανεμπόριο, οι τηλεπικοινωνίες, η ενέργεια και η βιομηχανία.
Το κενό δεν είναι μόνο τεχνολογικό αλλά και διοικητικό
Η έρευνα επισημαίνει ότι περισσότεροι από ένας στους τρεις CEOs δεν έχουν ακόμη καθορίσει δείκτες αξιολόγησης για τη συμβολή της τεχνητής νοημοσύνης στην επιχειρησιακή απόδοση. Αυτό είναι ίσως το πιο κρίσιμο εύρημα, επειδή αποκαλύπτει ότι η υιοθέτηση σε πολλές περιπτώσεις προηγείται της μέτρησης της αξίας.
Χωρίς σαφή KPIs, οι επιχειρήσεις μπορεί να μιλούν για AI στρατηγική αλλά στην πράξη να μη γνωρίζουν τι αποδίδει, τι πρέπει να κλιμακωθεί και τι πρέπει να εγκαταλειφθεί. Με άλλα λόγια, το ζήτημα δεν είναι μόνο αν μια εταιρεία χρησιμοποιεί AI, αλλά αν έχει μάθει να τη διαχειρίζεται ως επένδυση με μετρήσιμο αποτέλεσμα.
Από την παραγωγικότητα στις υπηρεσίες που βλέπει ο πελάτης
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Deloitte, η ισχυρότερη αναμενόμενη επίδραση της AI εντοπίζεται στις βασικές λειτουργικές διαδικασίες, ενώ πολύ ψηλά βρίσκεται και το ανθρώπινο δυναμικό. Παράλληλα, η τεχνολογία επηρεάζει έντονα το όραμα και τη στρατηγική κατεύθυνση των επιχειρήσεων, κάτι που δείχνει ότι το θέμα περνά σταδιακά από το επίπεδο του εργαλείου στο επίπεδο της διοικητικής επιλογής.
Εκεί ακριβώς βρίσκεται και η επόμενη πρόκληση για τις ελληνικές επιχειρήσεις: να μετατρέψουν την εσωτερική βελτίωση σε καλύτερα προϊόντα, ταχύτερη εξυπηρέτηση, πιο στοχευμένες υπηρεσίες και ισχυρότερη σχέση με τον πελάτη. Αν η AI μείνει μόνο σε αυτοματισμούς, αναφορές και εξοικονόμηση χρόνου, το όφελος θα είναι υπαρκτό αλλά περιορισμένο.
Οι δηλώσεις των CEOs δείχνουν ότι η αγορά ωριμάζει άνισα
Ο ΟΤ συγκέντρωσε και επιμέρους τοποθετήσεις στελεχών που δείχνουν διαφορετικά επίπεδα ωριμότητας. Η Coca-Cola HBC περιγράφει μια πιο συστηματική προσέγγιση, με εφαρμογές από τις πωλήσεις έως την εφοδιαστική αλυσίδα και την εξυπηρέτηση πελατών. Η Metlen συνδέει την τεχνολογία με ενεργειακή διαχείριση, δίκτυα και αποτύπωμα άνθρακα. Ο ΟΤΕ, από την πλευρά του, έχει μιλήσει για AI δυνατότητες σε επίπεδο δικτύου, με στόχο να μη μένουν οι «έξυπνες» λειτουργίες δεμένες αποκλειστικά με τη συσκευή του χρήστη.
Αυτές οι περιπτώσεις έχουν σημασία επειδή δείχνουν πού μπορεί να πάει η αγορά όταν η AI δεν περιορίζεται μόνο στη μείωση λειτουργικού κόστους. Δείχνουν επίσης ότι η μετάβαση δεν είναι ομοιόμορφη: άλλες εταιρείες ενσωματώνουν την τεχνολογία πιο βαθιά στον πυρήνα της λειτουργίας τους και άλλες παραμένουν σε στάδιο προσεκτικής δοκιμής.
Γιατί αυτό αφορά τώρα όλη την ελληνική οικονομία
Η φάση της εσωτερικής βελτιστοποίησης είναι λογική ως αφετηρία, αλλά δεν αρκεί πια ως τελικός προορισμός. Σε μια περίοδο όπου η πίεση για καλύτερη εμπειρία πελάτη, ταχύτερες αποφάσεις και πιο ευέλικτες υπηρεσίες μεγαλώνει, οι ελληνικές επιχειρήσεις θα κριθούν από το αν μπορούν να περάσουν από το «κάνουμε περισσότερα με τους ίδιους πόρους» στο «δημιουργούμε νέα αξία με διαφορετικό τρόπο».
Αν αυτή η μετάβαση καθυστερήσει, η Ελλάδα κινδυνεύει να έχει ευρεία αλλά ρηχή υιοθέτηση της AI. Αντίθετα, αν οι επιχειρήσεις συνδέσουν την τεχνολογία με μετρήσιμα αποτελέσματα, νέα προϊόντα και πιο ανταγωνιστικές υπηρεσίες, η σημερινή φάση μπορεί να εξελιχθεί σε πραγματικό επιχειρηματικό μετασχηματισμό.